• Οι καλλικάντζαροι είναι μικρά πλάσματα σαν διαβολάκια και τρώνε όλα τα γλυκά των Χριστουγέννων

    Αν ακούσετε ποτέ για λυκοκατζαραίους, σκαλικατζέρια, καρκαντσέλια, κωλοβελόνηδες, βερβελούδες, παγανά, πλανήταρους, καλλισπούδηδες, ζούζουλα και άλλα περίεργα ονόματα, να ξέρετε πως ανήκουν όλα σ' αυτά τα περίεργα πλασματάκια του κάτω κόσμου, που λέμε καλικάντζαρους (1)...

    Κάποτε που οι άνθρωποι είχαν μάτια και καρδιές μεγαλύτερες, μπορούσαν και τα έβλεπαν αυτά τα «κακανθρωπίσματα», αλλά και σήμερα, κανείς μην αποκλείσει το ενδεχόμενο, μέρες σαν κι αυτές, να βρεθούν ξαφνικά μπροστά σας…, γιατί, μέρες σαν κι αυτές, αυτά τα «κακοχρονισμένα» αφήνουν τη δουλειά τους στον κάτω κόσμο και ξεχύνονται στη γη, για να παιδέψουν τους ανθρώπους…!

    Όλο το χρόνο, με τα σκυλόδοντά τους ροκανίζουν, κάθε μέρα ασταμάτητα, τον χοντρό κορμό του δέντρου που στηρίζεται η γη. Δαγκώνουν, ξύνονται πάνω του, τον γδέρνουν με τα νύχια τους και προσπαθούν με μανία να τον κόψουν, «να πέσει η γης να ψιχουλιαστεί, στάχτη και πούλμπερη να σκορπίσει στους τέσσερους αγέρηδες» (2)

    Από του Χριστού όμως ως τα Φώτα, για δώδεκα ημέρες ακριβώς, όλος ο συρφετός, μαζί με τις πιο «διάσημες… προσωπικότητές» τους: τον Κωλοβελόνη, ψηλόλιγνο σα μακαρόνι, τον Μαντρακούκο, φοβερό αρχηγό, τον Κοψαχείλη, με τα τεράστια κοφτερά δόντια, τον Παρωρίτη, με μύτη μακριά και μαλακιά σαν προβοσκίδα, τον Παγάνα, με τα κουνελίσια αυτιά, τον Τρικλοπόδη, με το χταποδίσιο χέρι του που κάνει τον κόσμο να περδικλώνεται επάνω του, τον Σιφώτη, με τη στρογγυλή μούρη, τον Καταχανά, που «βρωμάει και ζέχνει», τον Μαλαπέρδα, που κατουράει σύκα, σοδειές και φαγητά…(!!) τον Τρικέρη και τον Μαλαγάνα, που ξεγελούν τα παιδιά και τους αρπάζουν τις λιχουδιές, τον Βατρακούκο, που μοιάζει με γιγαντιαίο βάτραχο, τον Μαγάρα, με την τουμπανισμένη κοιλιά που…καταλαβαίνετε τι μπορεί να κάνει και βρωμάει ο τόπος γύρω του…, τον Κατσιπόδη ή Κατσιποδιάρη, με το τραγίσιο πόδι, τον Γουρλό, με τα γουρλωμένα μάτια, τον Στραβολαίμη, τον κουτσό και καμπούρη Κοψομεσίτη, τον Περίδρομο, τον Βραχνά και τον Ξεφτέρη (3), ξεχύνονται στη γη, με στριγκλιές και ξεφωνητά κι «αρχίζει το πανηγύρι»…

    Χώνονται στις καμινάδες και τρώνε τα γλυκίσματα των νοικοκυραίων, κατατρομάζουν τις μαμές που νυχτώνονται στις ερημιές, πειράζουν τους μυλωνάδες και τους μυλωνούδες, το ρίχνουν σε ξέφρενο χορό και αρπάζουν τους περαστικούς μαζί τους, μέχρι να τους εξουθενώσουν και να πέσουν σκασμένοι κάτω, μαγαρίζουν το σιτάρι και το αλεύρι, κατουρούν στη χόβολη του τζακιού, τρώνε πράγματα αηδιαστικά και εμετικά: φίδια, σαύρες, χελώνες και βατράχους (ο αγαπημένος τους μεζές), ρίχνουν τσιγκέλια απ’ τα τζάκια, όσο αυτά καίνε και δεν μπορούν να μπουν μέσα, μπας και αρπάξουν κανένα λουκάνικο ή καμιά τηγανίτα…, ενώ κάποιοι είπαν ότι κυνηγούν και πνίγουν τα αβάπτιστα μωρά ….Και τι δεν κάνουν…!

    Άλλοι πανύψηλοι κι άλλοι μικροσκοπικοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι στραβοχέρηδες, μονόφλθαμοι ή με κόκκινα μάτια, με μαλλιά αγκαθωτά και λιγδιασμένα κι άλλοτε φαλακροί, με τεράστια γαμψά νύχια και θεόστραβα πόδια τραγίσια που τρεκλίζουν και μπερδεύονται μεταξύ τους, ντυμένοι με κουρέλια κι άλλοτε θεόγυμνοι, άλλοτε γυναίκες σα μαϊμούδες (οι λεγόμενες βερβελούδες), το γένος τον καλικάντζαρων ζει και βασιλεύει! Τρυπώνει στις ζωές μας κάθε παραμονή Χριστουγέννων και δε φεύγει παρά μόνο όταν βαφτιστούν τα νερά, στα "Φώτα"...

    Γι’ αυτό και φεύγοντας, στις 6 του Γενάρη, κλαψουρίζουν:

    «Φεύγετε να φεύγουμε,
    γιατί έρχεται ο τρελόπαπας
    με την αγιαστούρα του
    και με τη βρεκτούρα του
    και θα μας αγιάσει
    και θα μας μαγαρίσει»

    Λένε πως κάποιοι τους είδαν καβάλα σε γαϊδάρους να τριγυρνούν σε πόλεις και χωριά κι άλλοι να αναρριχώνται με απίστευτη ευκολία στα παράθυρα και να πηδούν από στέγη σε στέγη…. Όπως και να ‘χει σημασία έχει ότι, μέρες σαν κι αυτές, είμαστε στο έλεός τους…Μη φοβάστε όμως, γιατί τα πλασματάκια αυτά μπορεί να είναι αποκρουστικά στη όψη κι όταν τα δείτε να σας “κόψουν τη χολή”, αλλά στην πραγματικότητα είναι χαζούλικα (τα περισσότερα τουλάχιστον…) κι εύκολα μπορείτε να τα ξεγελάσετε

    Αν θέλετε λοιπόν να τα εμποδίσετε να μπουν στο σπίτι σας και να σας τα κάνουν «γης Μαδιάμ», βάλτε ένα κόσκινο έξω απ’ την πόρτα σας. Τα ανόητα αυτά τερατάκια, μόλις το δουν θα θελήσουν να μετρήσουν τις τρύπες του…Έλα όμως που δεν μπορούν να πουν το 3 (ο αριθμός τρία είναι ιερός, βλ. Αγ. Τριάδα). Αρχίζουν λοιπόν το μέτρημα: 1, 2, …Μέχρι εκεί! Το τρία δεν το λένε και φτου κι απ’ την αρχή...: 1, 2 και ξανά 1, 2…Κι έτσι θα μείνουν εκεί με τις ώρες και με τις μέρες, να απασχολούνται, χωρίς τελικά να μπουν μέσα….Μόνο ένας μπορεί να σας τη σκάσει...ο Κωλοβελόνης…

    Ο Κωλοβελόνης είναι λεπτός και ψηλός σα μακαρόνι, τόσο λεπτός μάλιστα που μπορεί να τρυπώνει απ’ τις κλειδαριές αλλά και να περνά μέσα απ’ τις τρύπες του κόσκινου… Είναι ο μόνος λοιπόν που δε χάνει την ώρα του μετρώντας. Έτσι σουβλερός όπως είναι, περνά μέσα απ’ το κόσκινο κι ύστερα απ’ την κλειδαριά και ...τσουπ… εμφανίζεται μπροστά μας…!

    Ο πιο επικίνδυνος απ’ όλη την ομάδα δεν είναι παρά ο Μαντρακούκος. «Κουτσός, κοντόχοντρος, τραγοπόδαρος, με καραφλό κεφάλι κι ασκημομούρης» (4), αυτός είναι ο Αρχηγός. Μάλλον συγγενεύει με κάποιο αρχαίο απαίσιο ον, τον βυζαντινό «Βαβουτζικάριο» (5), ενώ για όλ’ αυτά τα τέρατα γενικότερα, λέγεται ότι κρατούν από αρχαίες δοξασίες, όπως οι "κύρες", οι ψυχές δηλαδή που ανέβαιναν στη γη, όσο διαρκούσαν τα Ανθεστήρια, προς τιμήν του Διονύσου, φέρνοντας μπελάδες στους ανθρώπους (6).

    Λέγεται επίσης συμβολίζουν τις ψυχές των πεθαμένων που έρχονται και βασανίζουν τους ζωντανούς (7), λαϊκή δοξασία πράγματι τόσο ισχυρή, ώστε οι άνθρωποι, ήδη από τα αρχαία χρόνια, προκειμένου να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν, ως προσφορά, "μελιτόεσσες", μικρές μελόπιτες, πιθανοί πρόγονοι των "μελομακάρονων" (8).
    Άλλοι πάλι λένε ότι τα μωρά που γεννήθηκαν ανήμερα τα Χριστούγεννα ή τη βδομάδα μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς είναι καταραμένα και γι’ αυτό παίρνουν τη μορφή καλικάντζαρου. Το τι βασανιστήρια περνούσαν αυτά τα καημένα τα παιδάκια, στα πολύ παλαιότερα χρόνια, όπου η δοξασία αυτή ήταν έντονη, δε λέγεται…!! Τους έκαιγαν τα πέλματα των ποδιών τους και ειδικά τα νύχια τους, γιατί έλεγαν πως «όταν από τη φλόγα της φωτιάς καψαλιστούν και καούν τα νύχια του, δεν μπορεί να γίνει καλικάντζαρος χωρίς νύχια» (9)…!!
    Παρόμοια δοξασία είναι και αυτή του γερμανικού λαού για την Perchta, η οποία εμφανίζεται, το δωδεκαήμερο, να ακολουθείται από ένα πλήθος αβάπτιστων νηπίων και θεωρείται ως ο οδηγός της φάλαγγας των ψυχών, τις οποίες βοηθά στην επάνοδο τους στη γη (10).

    Πάντως, αν ποτέ υποψιαστείτε ότι κάποιο τέτοιο τερατάκι, χαρχαλεύει έξω απ’ το σπίτι σας και φοβηθείτε, θυμηθείτε τους παλιούς…:

    - βάλτε στην πόρτα σας καλούδια για να το γλυκάνετε και κόσκινο, για να το καθυστερήσετε..!

    - θυμιατίστε ή ζωγραφίστε σταυρό στην πόρτα!

    - κρεμάστε στο τζάκι (όσοι έχετε, αλλιώς στο φωταγωγό…ξέρετε ) γουρουνοσάγονο ή κάψτε ξύλο από αχλαδιά ή αγριοκερασιά - καθώς λένε ότι τα αγκαθωτά δέντρα απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα - το λεγόμενο χριστόξυλο!

    - μην ξεχνάτε πως φοβάται πολύ τον πετεινό και ειδικά όταν αυτός λαλήσει 3 φορές… (Αν καταφέρετε και στριμώξετε κανέναν στο μπαλκόνι σας, φωνάξτε μας να το δούμε.. )

    - κάψτε παλιά ρούχα και παπούτσια δερμάτινα…! Δεν αντέχουν τη μυρωδιά του καμένου δέρματος!

    Τέτοια και άλλα τεχνάσματα - που μπορείτε να τα βρείτε γραμμένα... (11) - μας θυμίζουν παρόμοια των αρχαίων προγόνων μας που περιέζωναν με κόκκινο νήμα τα ιερά τους ή άλειφαν με πίσσα τις πόρτες των σπιτιών τους, για να εμποδίσουν την είσοδο των ψυχών στους ναούς (12).
    Λένε πάντως ότι όποιος καταφέρει να δέσει με λινή κόκκινη κλωστή από το πόδι έναν καλικάντζαρο, τότε θα τον έχει δούλο του για πάντα...

    1. κατά τον Φ.Κουκουλέ,"Καλλικάντζαροι"Λ.,τ.Ζ',1923,σελ.315επ. το όνομα προέρχεται από τη λέξη "κάνθαρος"(=σκαθάρι) που το Μεσαίωνα ονομαζόταν και "κάντζαρος". Οι γεωργοί παρομοίαζαν τα σκαθάρια με δαιμονικά όντα, επειδή έβλαπταν τη σοδειά τους. Για άλλες απόψεις βλ.Πολίτη, "Παραδόσεις Β΄", εκδ. Γράμματα, 1994, σελ324επ.
    2. Στρατή Μυριβήλη, «Τα Παγανά» (1944)
    3. Βλ. σελ77 επ., Στρατή Μολίνου, «Οι Καλλικάντζαροι», εκδ.Φιλιππότη, 1996
    4. σελ.251, Ν.Πολίτη, «Παραδόσεις Α΄», εκδ. Γράμματα, 1994
    5. βλ. πάντως Ν.Πολίτη, "Παραδόσεις Β΄", ο.α., σελ.333
    6. βλ. Γ.Μ.Μέγα, "Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας", εκδ. Εστιά, 2004, σελ. 53, 59-60, ο οποίος πιστεύει ότι αυτές τις ψυχές του Κάτω Κόσμου συμβολίζουν οι καλικάντζαροι, σε αντίθεση με τον Ν.Πολίτη, "Παραδόσεις Β΄", ο.α., σελ.332, ο οποίος πίστευε ότι οφείλουν οι καλλικάντζαροι την ύπαρξή τους στις μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου, που φόβιζαν τον κόσμο και είναι επομένως νεότερα λαϊκά δημιουργήματα. Βλ. επίσης Κ.Θρακιώτη, "Λαϊκή Πίστη &Λατρεία στη Θράκη",εκδ.Ρήσος,1991,σελ.222
    7. σχετική η δοξασία των Φαρασιωτών της Καππαδοκίας για τους "μνημοράτους", Γ.Μ.Μέγα,ο.α,σελ.53,59-60
    8. βλ. σχετικά και στο άρθρο: «Να τα πούμε;» στη στήλη «Αλόη» του MusicHeaven.
    9. βλ. Ν.Πολίτη, «Παραδοσεις Α΄», ο.α., σελ. 243
    10. βλ. Γ.Μ.Μέγα, ο.α., σελ. 59 Πρβλ. έθιμο της Βοιωτίας που λέει πως τα μωρά που πεθαίνουν αβάπτιστα "τρώνε τη μάνα τους", αν ταφούν, πριν σαραντίσει η λεχώνα, ενώ σε άλλες χώρες λένε πως γίνονται νάνοι, λύκοι, στρίγκλες κ.α. βλ. Ν.Πολίτη, "Παραδόσεις Β΄", ο.α., σελ.345 και επίσης Μέγα, ο.α., σελ59
    11. βλ. Ν.Πολίτη,"ΠαραδόσειςΑ', ο.α.,σελ.242 επ.
    12. βλ. Γ.Μ.Μέγα, ο.α., σελ. 53

     
    Μαντρακούκος (Πηγή: βιβλίο: "Αερικά-Ξωτικά και Καλικάντζαροι" του Θ.Βελλούδιου. Το έργο είναι του Γ.Γλιατά)

    atlantas

    Dec 24 2007, 01:04 PM

    Ποιοί είναι;

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΓΑΝΑΣ
    Ο Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΗΣ
    Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΑΡΟΣ
    Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑΣ
    Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται . Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΓΑΡΑΣ
    Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΒΑΤΡΑΚΟΥΚΟΣ
    Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ - ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ
    Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρομάει απαίσια .
    Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΥΛΟΧΕΡΗΣ
    Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ , κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΡΩΡΙΤΗΣ
    Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή . Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός , αξημέρωτα , κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΓΟΥΡΛΟΣ
    Ο Γουρλός έχει τα μάτια του τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω . Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΟΜΕΣΙΤΗΣ
    Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός κα καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΣΤΑΒΟΛΑΙΜΗΣ
    Το χαρακτηριστικό του Στραβολαίμη είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗΣ
    Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του . Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΩΛΟΒΕΛΟΝΗΣ
    Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του . Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ
    Μαντρακούκος ή Πρώτος ή Κουτσός .

    Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο . Είναι κοντόχοντρος , τραγοπόδαρος , καραφλός , ασχημομούρης , πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος .

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΓΑΝΟΣ
    Παγανός ή Πρώτος ή Μεγάλος .

    Η αφεντιά του είναι κουτσός . Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως , μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του , αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει . Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε . Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει . Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε . Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες . Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου . Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά , για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.

    • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΔΑΡΟΣ
    Κατσικοπόδαρος ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος .
    Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι . Είναι κακορίζικος , ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή .


    Παροιμίες
    Αυτός γεννήθηκε στην «εποχή των καλικαντζάρων». Λέγεται για άτομα άτολμα και ευθυνόφοβα (Μακεδονία).


     

    Ονομάζουμε Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο (έτσι το λένε και οι άλλοι Χριστιανικοί λαοί: les Douze Jours, The Twelve Days, I Dodici Giorni) την περίοδο των 12 (στην πραγματικότητα 13) ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί του Αγιασμού (6/1).
    Στο διάστημα αυτών των ημερών, τα ειδωλολατρικά και χριστιανικά έθιμα συνυπάρχουν ειρηνικά και τελούνται με παραδοσιακή ένταση.


     


    Σύμφωνα με τις δοξασίες, σε αυτές τις 12 μέρες παρατηρείται μια κυριαρχία των κακών πνευμάτων στη γη.

    Οι
    Καλλικάντζαροι σε εμάς, οι λυκάνθρωποι, οι δράκοντες και οι μάγισσες στους ξένους λαούς, είναι οι κυρίαρχοι της νύχτας και της υπαίθρου και εχθρεύονται, ή ζηλεύουν, την οικογενειακή ζωή. Πολιορκούν σχεδόν τα σπίτια και χαίρονται να μολύνουν κάθε είδος από την τροφή και την ενδυμασία τους.
    Ο φόβος για τους Καλλικάντζαρους έκανε τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται διάφορα μέσα για να τους κρατήσουν μακριά από τις κατοικίες, με κυριότερο αυτό της φωτιάς.

     

    Γι’αυτό η φωτιά στο τζάκι έκαιγε μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο.
    [Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε νοικοκύρης έφερνε στο σπίτι του ένα χοντρό ξύλο, κομμένο από δέντρο αγκαθωτό (αχλαδιά, αγριοκερασιά). Τα αγκαθωτά δένδρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα. Το κούτσουρο αυτό λέγεται
    Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης.]
    Επίσης, έκαιγαν λιβάνι ή αλάτι στη φωτιά, ή κρεμούσαν ένα κατωσάγονο χοίρου στην καμινάδα.
    Άλλοι θέλοντας να τους εξαπατήσουν -μια και οι Καλλικάντζαροι θεωρούνταν κουτοί- έδεναν στο κρικέλι της πόρτας ένα σκουλί λίνάρι (ώσπου να μετρήσει ο δαίμονας τις ίνες του λιναριού, θα λαλούσε ο πετεινός).

    Μια όμορφη ιστορία: Ο Γιώργης και το καλικαντζαράκι μας διηγείται το blogaki.

    Τα χριστουγεννιάτικα, λοιπόν,
    έθιμα είναι κατ’εξοχήν «εστιακά». Ο χώρος που τελεσιουργούνται είναι η εστία, τόσο με τη συγκεκριμένη έννοια της φωτιάς και του τζακιού, όσο και με την ευρύτερη σπιτική που σχετίζεται με τη συνοχή των μελών της οικογένειας και τις ευετηρικές τους προσδοκίες για υγεία, ευτυχία, ευτεκνία, καλή παραγωγή κτλ.

    Πρωταγωνίστρια με πολυσήμαντο και πολυδιάστατο ρόλο, υπεύθυνο για τις ενδοοικιακές εργασίες, τις συγκεντρώσεις και την προετοιμασία για τις εορτές είναι η γυναίκα (μητέρα – σύζυγος – πεθερά – νύφη – κόρη – αδελφή). Οι εορταστικές ενέργειες αφορούν στην εστία, στα γεύματα και τη φιλοξενία.

    Κύριο μέλημα της νοικοκυράς ήταν να διατηρηθεί άσβεστη η
    εστιακή πυρά, όπου γύρω της μαζεύονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, από το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Εκεί έκαναν τις σπιτικές τελετές τους, πριν ξημερώσει για την εκκλησία (το πάντρεμα της φωτιάς ή την σπονδή με το κρασί και την κουλούρα της γωνιάς). Περνούσαν έτσι και τις άλλες βραδιές, κουβεντιάζοντας και τρώγοντας «ευκαρπιακές» λιχουδιές. Η νοικοκυρά χαιρόταν να βλέπει τη συγκέντρωση των δικών της και να ακούει το χαρούμενο «μιληταριό» που θα έχανε, όταν θα περνούσαν οι Γιορτές.


     

    Τα γεύματα έπρεπε να είναι πλουσιοπάροχα ακόμη και για την πιο φτωχή οικογένεια. Με τα χοιρομαγειρέματα (από τα τελετουργικά χοιροσφάγια), ή τη βραστή όρνιθα/πετεινό, έως τα Χριστόψωμα, που ήταν ο βασικός άρτος της γιορτής (και που συχνά φιλοτεχνούσαν οι λεγόμενες ψωμοκεντήστρες) και τα διάφορα γλυκούδια.

    Για τη Ζακυνθινή Κουλούρα και τους Συμβολισμούς της γράφει η Κική στο Hungry for life.

    Η
    φιλοξενία είναι η πηγή για τα πολλά γλυκίσματα του Δωδεκαημέρου. Η διάθεση για προσφορά και κεράσματα στους ξένους, αλλά και στους σπιτικούς, απορρέει από την αγάπη και τη στοργή και αποβλέπει στην καλοσύνεψη των πνευμάτων και την ευχή για μια γλυκαμένη ζωή.


    Η νοικοκυρά φρόντιζε και για το στολισμό του σπιτιού με μια απλή πρασινάδα (μυρτιά, δάφνη, κουμαριά) και πορτοκάλια στα πιάτα και στα παράθυρα. Ήταν ένα σύμβολο της χαράς για τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη περίοδο και το σκοτάδι, στο ανοιξιάτικο φως και τη βλάστηση. Αυτά με τον καιρό αντικαταστάθηκαν από το έλατο.


    Το δέντρο των Χριστουγέννων έχει σαν έθιμο βαυαρική προέλευση. Πρώτη φορά στολίστηκε στην Αθήνα στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833.
    Η ελληνική νησιωτική παράδοση, κυρίως επηρεασμένη από τον πολιτισμό της θάλασσας, στόλιζε καραβάκι. Το καράβι συντρόφευε, σαν φαναρένιο φωτισμένο τεχνούργημα, τα κάλαντα των παιδιών στα Νησιά. Αντίστοιχα, τα παιδιά της στεριάς και των βουνών τεχνουργούσαν φωτισμένη βυζαντινή εκκλησία, που την έλεγαν Αγιά Σοφιά.
     

     

    [φωτ. Γιάννη Μαργαρίτη] 


    Τα Κάλαντα (κάλανδα, κόλιαντρα, καλήμερα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων) είναι ευχετικά και επαινετικά τραγούδια για την οικογένεια και το σπιτικό και συγχρόνως η μελοποιημένη αφήγηση του γεγονότος της ημέρας. Κύριοι και θαυμάσιοι συνεχιστές, με την προθυμία της αγνότητας και τη διάθεση της γνωριμίας με τις χαρές της ζωής είναι πάντοτε τα παιδιά που συνήθιζαν να κρατούν και ένα καλαθάκι για τα «φιλέματα». Τα φιλέματα στην ελληνική ύπαιθρο ήταν κυρίως γλυκά: δίπλες στην Πελοπόννησο, ξεροτήγανα στην Κρήτη, δάκτυλα στην Κύπρο, λουκουμάδες στη Σαλαμίνα, αλλά και ξηροί καρποί, κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Από τα πιο συνηθισμένα φιλοδωρήματα ήταν τα «κόλιντρα», μικρές κουλούρες από σιτάρι ή κριθάρι. Η αμοιβή των καλανδιστών δεν είναι ούτε φιλανθρωπία, ούτε ζητιανιά, αλλά πράξη τελεστική.

    Περισσότερα για τα κάλαντα γράφει η
    witch of daffodils σε σχετική καταχώρηση: Τα κάλαντα, λίγη ιστορία...

    Ενώ στο «Άκουσον Άκουσον» του
    Γεράσιμου Μπερεκέτη μπορείτε να κατεβάσετε Κάλαντα Πρωτοχρονιάς της Ρόδου.

    Η ημέρα της Πρωτοχρονιάς, εναρκτική, διαβατήρια και ως εκ τούτου κρίσιμη είναι το κλειδί για την είσοδο και την πορεία στην ευτυχία ή στη δυστυχία. Για το λόγο αυτό τα πάντα με τον νέο χρόνο πρέπει να αρχίσουν καλά, ευνοϊκά και ευοίωνα. Η προσοχή στρέφεται κυρίως σε μερικές πράξεις και ενέργειες που είναι δυνατόν να εξασφαλίσουν την ευτυχία, όπως το καλό ποδαρικό, τα διάφορα διατροφικά σύμβολα (καρύδια, ρόδια, αμύγδαλα κ.α.), τα γλυκίσματα, τα καλοπιάσματα, οι ευχές κλπ. Πολλοί, ακόμη και σήμερα, κρεμούν στην πόρτα μποτσίκι (άγρια κρεμμύδα).

     Σχετικά με τη βασιλόπιτα, η παράδοση αναφέρει ότι όταν ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε έπαρχος της Καππαδοκίας θέλησε να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους και εκείνος τους προέτρεψε να συγκεντρώσουν ό,τι πολύτιμα αντικείμενα είχαν, ώστε να δώσουν αυτά στον έπαρχο. Στη συνάντηση που ακολούθησε ήταν τέτοια η εντύπωση που προκάλεσε η παρουσία του μεγάλου Ιεράρχη, που ο έπαρχος δεν απαίτησε τίποτα. Όταν ο Μέγας Βασίλειος θέλησε να αποδώσει πίσω τα αντικείμενα, διέταξε να φτιάξουν «πλακούντια», δηλαδή μικρές πίτες, και μέσα στην κάθε πίτα έβαλε ένα ένα τα αντικείμενα. Όταν τα μοίρασε στους χριστιανούς ο καθένας βρήκε ό,τι είχε προσφέρει.
    Το έθιμο όμως του
    εορταστικού άρτου (ευετηρική προσφορά) και των μειλιγμάτων (εξευμενιστική προσφορά προς τους νεκρούς και τα επίφοβα πνεύματα) το συναντάμε και στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια και στα ελληνικά Κρόνια.
    Στη βασιλόπιτα με τις
    μερίδες που ξεχωρίζονται για το Χριστό, τον Αγιο Βασίλειο (κατά τη λαϊκή πίστη, ο Άγιος είναι ακόμη ζωντανός και επισκέπτεται κάθε σπίτι για να φιλευτεί) η πίτα έχει κιόλας αγιαστεί. Από την αγιασμένη αυτή πίτα έριχναν μπουκιές στα χωράφια και στα δέντρα για να καρπίσουν, τάιζαν τα ζώα για να είναι γερά και οι ανύπανδρες κοπέλες έβαζαν κάτω απ’το μαξιλάρι τους και παρακαλούσαν τον Άγιο να τους δείξει στο όνειρο τον γαμπρό. Το κομμάτι του φτωχού είναι η εξιλέωση και η εξουδετέρωση του φθόνου για τα αγαθά του συμποσίου. Το μοίρασμα της πίτας σε ίσια κομμάτια με το νόμισμα στο ζυμάρι είναι μια συμβολική κατανομή της «μοίρας», δίκαιης όπως το θέλει ο άνθρωπος, για τη συμμετοχή του στο αβέβαιο μέλλον.

    Τα Θεοφάνια είναι για τον λαό μεγάλη γιορτή, θεότρομη, επειδή τότε αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα παγανά. Την έννοια του καθαρμού και της απαλλαγής από την επίδραση των δαιμονίων του Δωδεκαημέρου είχαν και μερικές άλλες συνήθειες, όπως το άναμμα μεγάλων φωτιών, το σταύρωμα του σπιτιού με κεριά των Φώτων κτλ. Αγίασμα από τον Μεγάλο Αγιασμό έφερναν και στα σπίτια τους και έπιναν από αυτό όλοι. Ακόμη, ράντιζαν με ένα κλαδί όλους τους χώρους του σπιτιού, καθώς και τα χωράφια και τα αμπέλια, για να τα προφυλάξουν από ασθένειες.

     
    Λίμνη Βουλιαγμένη, Ηραίο. Πέρασμα στον Κορινθιακό.
    [φωτ.
    Γ.Χ.]

    Βασικό, λοιπόν, στοιχείο των εθίμων του Χριστουγεννιάτικου Δωδεκαημέρου, είναι ο εξορκισμός ή η ευλόγηση του χρονικού
    περάσματος από το παλιό στο νεώτερο στάδιο. Από το λίγο φως του φθινοπωρινού ηλιοστασίου, στο περισσότερο του χειμερινού. Από το πέσιμο των φύλλων και της γήινης στειρότητας στην ελπιδοφόρα αναβλάστηση και από τις διαψευσμένες ελπίδες μας του παλιού χρόνου, στις πιθανότερες επιτυχίες του επόμενου. Όλα είναι αναγεννητικά και αυτήν τη σημασία παίρνει και η ίδια η γιορτή της γέννησης του βρέφους Χριστού, ιδιαίτερα στην Υμνογραφία μας. Αναγεννητικό γίνεται και το τέλος του Δωδεκαημέρου, με τον Αγιασμό και τα Θεοφάνια, τα λουσμένα στο νερό και το φως.

    Ακόμη ένα ποστ για το Δωδεκαήμερο και τις Γιορτές του από τον Θοδωρή Γούτα.

    Ο Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (εκ του λατινικού decem = δέκα), από την πρωτοχρονιά της 1ης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.

    Στο Αττικό αρχαιοελληνικό ημερολόγιο ήταν ο έβδομος μήνας και ονομαζόταν «
    Ποσειδεών» ή «Ποσειδών» (16 Δεκ. – 15 Ιαν.), προς τιμήν του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Αυτόν τον μήνα σύμφωνα με τις δοξασίες των Αρχαίων Αθηναίων, ο Ποσειδώνας με την Τρίαινά του, το σύμβολο της δυνάμεως και εξουσίας, συντάρασσε τις θάλασσες και προκαλούσε μεγάλες τρικυμίες όταν θύμωνε μαζί τους' γεγονός που φοβούνταν ιδιαίτερα για τα ταξίδια τους οι ναυτικοί.

    Ως προς την πλευρά της αυστηρότητας ο Ποσειδών μπορεί να συσχετιστεί ως θαλασσινός θεός –προστάτης της θάλασσας– με τον δικό μας Άγιο Νικόλαο, ο οποίος τον αντικατέστησε στην πίστη του λαού. Οι Χριστιανοί ναυτικοί μας θεωρούν ότι οι δύσκολες ώρες της θάλασσας οφείλονται στον θυμωμένο άγιο Νικόλαο που είναι αγριεμένος μαζί τους. Για να τον εξευμενίσουν ρίχνουν στα τρικυμισμένα νερά λάδι από το καντήλι του Αγίου, κόλλυβα από αυτά που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής του, ψίχουλα, άρτο ή και μια μικρή εικόνα του. Τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: «Αϊ Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου!»

    Μία «σύγχρονη» ναυτική παράδοση για τον Αϊ Νικόλα τον Κυβερνήτη απ’τη θαλασσινή Μάνη:
    «Τα καράβια και τα καϊκια, στα παλιά χρόνια, ταξίδευαν χωρίς
    τιμόνι (μόνο σε γαληνεμένη θάλασσα). Τη συγκοινωνία από το Διακόφτι στα Βάτικα, απέναντι, την έκανε ένας περάτης, άγνωστος, που δεν ήταν ντόπιος. Κάθε φορά όμως που σηκωνόταν τρικυμία (πολύ συχνά), το καράβι, χωρίς τιμόνι, τσακιζόταν στους βράχους και οι άνθρωποι πνίγονταν. Ο περάτης όμως δεν πάθαινε τίποτε και κάθε φορά παρουσιαζόταν με νέο καράβι. Ήταν δαίμονας που χαιρόταν για το κακό των ανθρώπων. Ώσπου κάποτε μπήκε επιβάτης και ένας γεράκος, με άσπρα μαλλιά και γένια. Κρατούσε και στο χέρι του ένα παράξενο ξύλο, που πλάταινε προς τα κάτω. Το καΐκι συνάντησε πάλι τρικυμία, οπότε ο γεράκος τρέχει και στερεώνει το ξύλο του στο πίσω μέρος, το κρατάει γερά (ήταν το πρώτο τιμόνι) και κυβέρνησε το πλοίο, ώστε να μην τσακιστεί στα βράχια. Οι άνθρωποι σώθηκαν, κι ο περάτης, από το κακό του εξαφανίστηκε. Την ίδια ώρα εξαφανίστηκε κι ο γεράκος, που ήταν ο άγιος Νικόλαος και νίκησε το δαίμονα, μαθαίνοντας και στους ναυτικούς το τιμόνι.»

    Τα δημώδη ονόματα του Δεκεμβρίου είναι:
    Δεκέ(μ)βρης ή Δεκέμηρης, Γιορτινός (λόγω των πολλών εορτών), Αϊ-Νικολιάτης, Χριστουγεννιάτης, Χριστουγεννάς, Χιονιάς, Ασπρομηνάς κλπ.

    Στη ζωή των Ελλήνων αγροτών τρεις είναι οι εμπειρίες που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς, και η μείωση του φωτός.

    Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη: της Αγίας Βαρβάρας (4), του Αγίου Σάββα (5) και του Αγίου Νικολάου (6) –τα λεγόμενα Νικολοβάρβαρα. Οι παροιμίες λένε: «Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), αϊ Σάββας σαβανώνει, αϊ Νικόλας παραχώνει», «Αγία Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), άη Σάββας το δέχτει κι άη Νικόλας έτρεξε να πάει να το δαφτίσει (το βάφτισε χιόνι)».

    Αλλά και για τη χρονική εγγύτητα των τριών εορτών λέγεται:
    «Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει».

    Οι γεωργοί θέλουν να ευχαριστήσουν τα ζώα τους (βόδια, άλογα) για τη βοήθεια που τους προσέφεραν στη σπορά και γι’αυτό τα γιορτάζουν στις 18 Δεκεμβρίου, του Αγίου Μοδέστου (στο συναξάρι του αναφέρεται ότι ανέστησε πολλά ζώα). Οι ζευγάδες ράντιζαν με τον αγιασμό τα σπαρμένα χωράφια, έριχναν κόλλυβα στη γη και τάιζαν τα ζώα τους μ’αυτά, αλλά και με άρτο (ύψωμα).

    Ο Δεκέμβριος έχει τις μεγαλύτερες νύχτες. «Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα – καλησπέρα», λέει μια παροιμία. Ο Ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του ισημερινού, με αποτέλεσμα το βόρειο ημισφαίριο να φωτίζεται πολύ λιγότερο από το νότιο. Από τις 22 Δεκεμβρίου (μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο), η απόκλιση αρχίζει να λιγοστεύει, οπότε στο βόρειο ημισφαίριο η μέρα μεγαλώνει. Με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεφτε το 19ο αιώνα στις 9 Δεκεμβρίου (Αγ. Άννας). Παρετυμολογώντας, λοιπόν, το όνομα του Αγίου Σπυρίδων (12) έλεγαν: «Απ’του αγίου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα κατά ένα σπυρί». Και στις 19 παραμονή του Αγ. Ιγνατίου, που η αύξηση του φωτός ήταν πια σημαντική, έλεγαν: «αύριο είναι ο άγιος Αγνάντιος' αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι».

    Οι ευχές όλη τη διάρκεια του Δεκεμβρίου κυριαρχούν και καθορίζουν τόσο τις άφθονες εορτές του μήνα, όπως του Αγίου Ελευθερίου (15) και του Αγίου Διονυσίου (17) όσο και τα επικείμενα Χριστούγεννα (25), την πρώτη μέρα του Δωδεκαημέρου
    *, καθώς και τη διαβατήρια ώρα της μεταβάσεως στον καινούργιο χρόνο.

    *Θα ακολουθήσει ξεχωριστό ποστ για το Δωδεκαήμερο.


    Καλό Μήνα!



     

     

     

     

     

     


  • Commentaires

    Aucun commentaire pour le moment

    Suivre le flux RSS des commentaires


    Ajouter un commentaire

    Nom / Pseudo :

    E-mail (facultatif) :

    Site Web (facultatif) :

    Commentaire :